ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθʼ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απʼ τα κελιά τους
γράφουν
για τʼ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απʼ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,ποτέ
για το χασμουρητό τους .

Διογένης Γαλήνης

21.02.08

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Charles Pierre Baudelaire



Ο Δαιμονιζόμενος



Σε  κρέπι  ο ήλιος κρύφτηκε . Καθώς το φως αυτό ,
Φεγγάρι της ζωής μου εσύ , μες τη σκιά βυθίσου 
κοιμήσου αν θέλεις , κάπνιζε , σώπαινε , συλλογίσου ,
και πέσε ολόκαιρη βαθιά στης Πλήξης το βυθό

Μ' αρέσει έτσι ! Μ' αν θαρρείς απόψε πιο καλό ,
σαν ένα αστέρι πού ' λείπε κι απ' τό λυκόφως βγαίνει ,
να πας στα μέρη να δειχθείς που η Τρέλα είναι λυμένη ,
εμπρός ! ΄Εβγα απ' τη θήκη σου , μαχαίρι θελκτικό !

Ας λάμψουν τα μάτια σου στο φως των πολυελαίων !
΄Αναψε την αποθυμιά στα μάτια των χυδαίων !
΄Ολα σου , νοσηρά ή τρελά , μου φέρνουνε ηδονή

Γίνου ό,τι θες , μαύρη νυχτιά , ρόδινη αυγή πιστεύω
δε θα βρεις μια αιμοσταλιά σ' όλο μου το κορμί
που να μην κράζει : Ω Σατανά γλυκέ μου , σε λατρεύω !




Le Possédé


Le soleil s'est couvert d'un crêpe. Comme lui,
Ô Lune de ma vie! emmitoufle-toi d'ombre
Dors ou fume à ton gré; sois muette, sois sombre,
Et plonge tout entière au gouffre de l'Ennui;

Je t'aime ainsi! Pourtant, si tu veux aujourd'hui,
Comme un astre éclipsé qui sort de la pénombre,
Te pavaner aux lieux que la Folie encombre
C'est bien! Charmant poignard, jaillis de ton étui!

Allume ta prunelle à la flamme des lustres!
Allume le désir dans les regards des rustres!
Tout de toi m'est plaisir, morbide ou pétulant;

Sois ce que tu voudras, nuit noire, rouge aurore;
II n'est pas une fibre en tout mon corps tremblant
Qui ne crie: Ô mon cher Belzébuth, je t'adore!



Ο Βρυκόλακας

Καθώς οι δαίμονες με τ' άγριο μάτι ,
θα σου ξανάρθω σιγά στο κρεβάτι
και θα γλιστρήσω κοντά σου αχνός
σαν τα φαντάσματα της νυχτός

ξανά θα σου δώσω μελαχρινή μου ,
σαν το φεγγάρι ψυχρό το φιλί μου
και χάδια τέτοια σαν του φιδιού
που σέρνεται πλάι σε τάφο νεκρού .

Και μόλις φέξει η αυγή η πελιδνή ,
τη θέση μου θα βρεις εκεί αδειανή ,
και κρύα ως που να' ρθει πάλι το βράδυ .

΄Οπως οι άλλοι μ' αγκαλιές και χάδι ,
στη νιότη σου και στη ζωή σου εδώ ,
θα βασιλέψω με τη φρίκη εδώ .

 
Le Revenant


Comme les anges à l'oeil fauve,
Je reviendrai dans ton alcôve
Et vers toi glisserai sans bruit
Avec les ombres de la nuit;


Et je te donnerai, ma brune,
Des baisers froids comme la lune
Et des caresses de serpent
Autour d'une fosse rampant.


Quand viendra le matin livide,
Tu trouveras ma place vide,
Où jusqu'au soir il fera froid.
Comme d'autres par la tendresse,
Sur ta vie et sur ta jeunesse,
Moi, je veux régner par l'effroi.



Μετάφραση : Γιώργος Σημηριώτης