ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθʼ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απʼ τα κελιά τους
γράφουν
για τʼ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απʼ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,ποτέ
για το χασμουρητό τους .

Διογένης Γαλήνης

21.02.08

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Πως ήθελε τον Καβάφη ο Γ. Σαραντάρης






Πάντα θυμάμαι και αναπολώ με συγκίνηση τον συμπαθιτικώτατο κι αξιαγάπητο φίλο ,
που χάθηκε πρόωρα , τον Γιώργο Σαραντάρη .
Και πως θα μπορούσα να λησμονήσω τις συζητήσεις μας πάνω στην ποίηση , ή μάλ -
λον τους ατέλειωτους μονολόγους του , τις καλοκαιριάτικες νύχτες μας στην Αθήνα ,
πως θα μπορούσα να λησμονήσω τους διαποτισμένους από μια γνήσια φιλοσοφική
διάθεση λεπταίσθητους στίχους του , τον ίδιο , τον ιδιότυπο χρωματισμό της ομιλίας
του , την τόσο υοκειμενική και αδιάλλαχτη κριτική του , όταν μιλούσε για την ποίηση
των συγχρόνων του ;
Πως θα μορούσα να λησμονήσω την περιφρόνησή του για την ερωτική ποίηση , κι ένα
δελτάριο που μου έστειλε το Νοέμβριο του 1939 , μετά που έλαβε μερικά << Ρόδα
θαλάμου >> μου , για να μου πει ότι << τέτοια ποίηση δεν μπορώ να την παραδεχτώ >> .
Και που τέλειωνε έτσι : << Εσείς που ζήσατε κατά έναν τρόπο την ποίηση του Καβάφη ,
γιατί υποχωρείται , αντί να προχωρείτε πέραν από αυτή ; >> . Βέβαια , ήταν κι αυτή μια
άποψη . Μα δεν νομίζω πως η αληθινή κριτική μπορεί να λειτουργεί με τόσο υποκειμε -
νικά  κριτήρια . Ο ποιητής εκμεταλλεύεται τις συγκινήσεις του , κι αυτών ακριβώς την 
αισθητική δικαίωση καλείται να καταξιώσει ή και να απαξιώσει ο κριτικός .
Κανείς δεν θ'αρνηθεί πωωως ο Σαραντάρης ξεχώριζε με τη σκέψη του , όχι όμως και
με ό, τι καλούμαι << κριτική όσφρηση >> . Και αν είναι αυτή την κριτική όσφρηση που
εννοούν  μερικοί , όταν , μιλώντας για τον Σαραντάρη , τον χαρακτηρίζουν << κριτικώτατο >>
( τι φοβερή , αλήθεια , λέξη ! ) , να μου επιτρέψουν να τους πω ότι διαφωνώ μαζί τους .
Ο Σαραντάρης είχε την οπτική των δικών του συγκινήσεων , των δικών του θεωριών ,
των δικών του αντιλήψεων , κι αυτό συγχωρείται απόλυτα σ'έναν δημιουργό , όχι όμως
και σ'ένα κριτικό πνεύμα . Ο ποιητής είναι ελεύθερος να ζητάει από έναν άλλο ποιητή
εκείνο που δεν έχει , ή εκείνο που θα ήθελε να είχε το έργο που κρίνει , ο κριτικός
όμως όχι .
΄Αλλωστε , το ότι ο Σαραντάρης έκρινε τα έργα των άλλων ως δημιουργός με δική του
οπτική και όχι ως κριτικός το διαπιστώνουμε κι από το ποίημά του << Κ.Π.Καβάφης >> ,
ένα ποίημα τυπωμένο σε σχήμα καβαφικού μονόφυλλου το 1939 .

ΤΙΜΟΣ ΜΑΛΑΝΟΣ


Κ . Π . ΚΑΒΑΦΗΣ

Στον κ . Τ . Μ α λ ά ν ο

Γ. Σαραντάρης

Η πόλη όπου γεννήθηκες είναι η
Κωνσταντινούπολη ,
Πόλη του μέλλοντος ,
Ενώ εσύ , προτού πεθάνεις ,
Μέσα στο παρελθόν έπαιζες ζάρια

΄Οχι , η ζωή σου δεν ήταν ωραία
Με τα μυρωδικά
Με τα βιβλία
Με τις εξαίσιες εκείνες
Αλλά ψεύτικες οπτασίες

Αγάπησες ποτέ σου μια Ρωξάνη ;

Ο Αντώνιος της ποίησής σου η
Αλεξάνδρεια 

Γ. ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Γενάρης του 1939