ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθʼ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απʼ τα κελιά τους
γράφουν
για τʼ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απʼ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,ποτέ
για το χασμουρητό τους .

Διογένης Γαλήνης

21.02.08

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Czesław Miłosz


Το τραγούδι του τέλους του κόσμου


Τη μέρα του τέλους του κόσμου πετάει μια μέλισσα
Πάνω απ'τα κάρδαμα των Καπουτσίνων .
Μπαλώνει ο ψαράς τα δίχτυα του ,
Πηδούν στη θάλασσα τα χαρούμενα δελφίνια .
Τα νεαρά σπουργιτάκια τιτιβίζουν στις υδρορροές
Και το φίδι κατέχει το χρυσό του δέρμα , που έτσι κι αλλιώς του ανήκει .
Τη μέρα της συντέλειας του κόσμου ,
Περπατούν οι γυναίκες κάτω
Από τις ομπρέλες του ήλιου ,
Κι ο μεθυσμένος κοιμάται κάπου στην άκρια του γρασιδιού
Και οι οπωροπώλες διαλαλούν στους δρόμους τα εμπορεύματά τους
Κι η βάρκα με τα κίτρινα πανιά τριγυρνάει το νησί
Κι ο ήχος του βιολιού κρέμεται στον αέρα
Και των αστεριών η πορεία περνάει από δίπλα μας ,
Μα αυτοί που σκέφτονταν βροντές κι αστραπές
Σίγουρα απογοητεύτηκαν ,
Καθώς κι εκείνοι που ανάμεναν
Σήματα αρχαγγέλων δέχονται πια πως δεν συνέβη
Εκείνο που ανάμεναν .
Κι όσο κανείς ήλιο και φεγγάρι πάνω του θωρεί
Κι οι σκούρκοι στα ρόδια περπατούν
Κι όσο τα γαλαζοαίματα παιδιά γεννιούνται
Κανένας δεν πιστεύει
Πως έχει αυτό συντελεστεί .
Μόνο ο γκριζόμαλλος γέρος ,
Που θα μορούσε προφήτης να είναι ,
Μα δεν είναι ,
Αφού άλλο να κάνει έχει ,
Δηλώνει δένοντας ντομάτες :
Μια άλλη συντέλεια του κόσμου δεν θα υπάρξει ,
Μια άλλη συντέλεια του κόσμου δεν θα ξανάρθει !


Μετάφραση : Σωτήρης Ε. Γυφτάκης
λεξίτυπον 2007 


Σκίτσο : Κωνσταντίνος Παπαμιχαλόπουλος

 

  Piosenka o końcu świata

       
      W dzień końca świata
      Pszczoła krąży nad kwiatem nasturcji,
      Rybak naprawia błyszczącą sieć.
      Skaczą w morzu wesołe delfiny,
      Młode wróble czepiają się rynny
      I wąż ma złotą skórę, jak powinien mieć.W dzień końca świata
      Kobiety idą polem pod parasolkami,
      Pijak zasypia na brzegu trawnika,
      Nawołują na ulicy sprzedawcy warzywa
      I łódka z żółtym żaglem do wyspy podpływa,
      Dźwięk skrzypiec w powietrzu trwa
      I noc gwiaździstą odmyka.
      A którzy czekali błyskawic i gromów,
      Są zawiedzeni.
      A którzy czekali znaków i archanielskich trąb,
      Nie wierzą, że staje się już.
      Dopóki słońce i księżyc są w górze,
      Dopóki trzmiel nawiedza różę,
      Dopóki dzieci różowe się rodzą,
      Nikt nie wierzy, że staje się już.
      Tylko siwy staruszek, który byłby prorokiem,
      Ale nie jest prorokiem, bo ma inne zajęcie,
      Powiada przewiązując pomidory:
      Innego końca świata nie będzie,
      Innego końca świata nie będzie.

Ocalenie, 1945

wiersze.doktorzy.