ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθʼ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απʼ τα κελιά τους
γράφουν
για τʼ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απʼ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,ποτέ
για το χασμουρητό τους .

Διογένης Γαλήνης

21.02.08

Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Μαρία Κατσοπούλου



Σ' όσους είναι στα κελιά






Μ Ε Τ Α Μ Ο Ρ Φ Ω Σ Η

Μεταβάλλομαι διαρκώς
Στροβιλίζομαι στο γαλαξιακό οργασμό ενός βρέφους
Γελάω με τ'άστρα τ'ουρανού σου
Και φεύγω στο Διάστημα με τη μαγική μου σκούπα



Η  Μ Π Α Λ Α Ρ Ι Ν Α


Η μικρή μπαλαρίνα
χορεύει πάντα στο σκοτάδι
μπροστά σ'έναν πορνόγερο με χοντρό μουστάκι
Δεν τον βλέπει , αλλά ξέρει πως είναι εκεί
Μυρίζει τη λάγνα του ανάσα
ανακατεμένη με φτηνά τσιγάρα κι αλκοόλ
Κάθε βράδυ ονειρεύεται ότι το σκάει
με τον μολυβένιο της στρατιώτη
μα πάντα κάτι τυχαίνει και δεν τα καταφέρνει

Απόψε της ανανέωσαν τις μπαταρίες
Θα χορευει χωρίς σταματημό μέχρι να ξεράσσει 


Α Κ Υ Ρ Ο


Η φέτα ενός πορτοκαλιού
Η ρόδα ενός ποδηλάτου
Ο ιστός μιας αράχνης
Ο λαβύρινθος του μυαλού σου
Γαμώ τη φαντασία σου που τρέχει
Κι εγώ δεν την προφταίνω


Α Θ Ο Ρ Υ Β Ο   Μ Π Α Μ


Το πάτωμα πιέζει τα πόδια μου
Οι τοίχοι με συνθλίβουν σαν πελώριες Συμπληγάδες
Καθεμία παίρνει κι από μισό κομμάτι μου
Εύχομαι να ήμουν μηρμύγκι
Να σήκωνα στην πλάτη μου το βάρος του κόσμου
Εύχομαι να ήμουν λιοντάρι
Να τίναζα απ'τη χαίτη μου τη σκόνη του κόσμου
Κι ο κόσμος ...
Μια τεράστια σφαίρα νιτρογλυκερίνης
Την κατάπια κι ησύχασα
Α Σ Ε Β Ε Ι Α

<< Η ηθική είναι η αναπηρία του εγκεφάλου >>
Είχε πει ο Ρεμπώ
Έτσι λοιπόν κι εγώ διασκεδάζω
Δείχνοντας ασέβεια στο κοινό
Και χλευάζοντας τις κριτικές επιτροπές
Με χυδαία ντεκολτέ 



Σ Τ Η  Φ Υ Λ Η Σ  Κ Υ Ρ Ι Α Κ Η  Ξ Η Μ Ε Ρ Ω Μ Α Τ Α


Περπατούσα στη Φυλής Κυριακή ξημερώματα
και σκεφτόμουν την Ελένη
΄Αναψα τσιγάρο και συνάντησα μια πόρνη
Ελένη την έλεγαν κι αυτήν
Κοίτα να δεις πόσο μικρός είναι ο κόσμος
Γέμισε πουτάνες