ΤΟ ΧΑΣΜΟΥΡΗΤΟ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΝΔΙΚΑΤΟΥ

΄Οταν η ανάπηρη πολιτεία γελάει ,
ο απολίτιστος πολιτισμός του 21ου
αυτοχειριάζει τις τύψεις του ,
η εκδοτική νύχτα απορρίπτει
τα βιβλία σου ,
τα ” έγκριτα ” λόγου
και τέχνης περιοδικά
απαξιούν
να δημοσιεύσουν
ποιήματά σου,
οι ορθόδοξοι καθʼ όλα κριτικοί
προσεύχοντε στο μηδέν ,
πίνουν καφέ στην πλατεία Κ ,
αερίζουν τα λόγια τους ,
ταίζουν με το αίμα τους
κουνουπόμυγες και
φωτογραφίζονται στην Αρούμπα ,
στη Γρενάδα , στο Μάλι .
Σωτήρες ποιητές τρέμουν μη χάσουν
το τρένο ,
το κέρμα της δόξας ,
του διαδικτύου την αναγνώριση ,
παραποιούν στίχους ,
σκοτώνουν ανυπόταχτους ήλιους ,
μέσα απʼ τα κελιά τους
γράφουν
για τʼ απέραντο γαλάζιο ,
για έρωτες , κοχύλια ,
επαναστάσεις , πεεταλούδες , θεωρείες
θεωρείματα , τάσεις , υπερτάσεις ,
παραστάσεις ,
για το μυρμήγκι που τρέχει μέσα στο w.c τους ,
για μια γυναίκα
που είχαν και τους έφυγε ,για ένα επαίτη
που είδαν μέσα απʼ τη κλειδαρότρυπα ,
για ένα ποντίκι που τρύπωσε
μέσα στην άγια τράπεζα ,
την άγια νύκτα ,
τον άγιο εκδότη και
το άγιο σύστημα
αλλά ποτέ ,
ποτέ ,ποτέ
για το χασμουρητό τους .

Διογένης Γαλήνης

21.02.08

Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2012

ΕΛΕΟΝΟΡΑ η γυναίκα με το κομμένο κεφάλι


διήγημα



Της Κασσάνδρας Αλογοσκούφη


Πήρε το μαύρο καπέλο και έχωσε μέσα το κομμένο κεφάλι . Βγήκε με προσοχή
στον δρόμο , αφού φόρεσε το καπέλο με το κεφάλι . Στον δρόμο ψυχή , οι ένοπλοι ήταν
αλλού , μπορούσε να βγει . Πέντε γέροι τσακώνονταν στο τέλος του δρόμου ποιος θα
φάει από τα σκουπίδια . Πιαστήκανε στα χέρια και από τα χέρια τους έπεσαν σα σκου -
λίκια τα μακαρόνια . Χύθηκαν υγρά . Οι γέροι πέσανε χαμηλά για να φάνε σα σκυλιά .
Η πείνα θέριζε ακόμα . ΄Υστερα πέρασε εκείνη . Τους είδε και δάκρυσε . Από τον 
κομμένο της λαιμό έσταζαν δάκρυα και από τα μάτια της αίμα . Στο κόσμο αυτό όλα
ήταν ανάποδα . Πήρε το λεωφορείο και βγήκε στην πλούσια συνοικία των Βαρόνων .
Εκεί , θα πουλούσε τις ιδέες της προς πέντε ευρώ εκάστη .
Εκεί κυλούσε η ζωή όπως πριν τη λεπτή καταστροφή . Υπήρχε ακόμα μέλλον . Τα
παιδιά πήγαιναν στο σχολείο με χαρούμενα πρόσωπα και γεμάτες σχολικές τσάντες .
Στη πλατεία των πλουσίων ζευγάρια φιλιόντουσαν με πάθος και οδοκαθαριστές
σεργιάνιζαν πάνω σε αυτόματα οχήματα καθαρισμού .. Οι άνθρωποι το πρωί πήγαι -
ναν με τους χαρτοφύλακες τους για δουλειά . ΄Ολα ήταν όπως παλιά . Τα αμάξια
πηγαινοέρχονταν και γυναίκες ψώνιζαν τα καινούργια τους σύνολα . ΄Ολα όπως
παλιά . Το μόνο παράξενο ήταν ότι υπήρχε ένα τσίρκο και μέσα αντί για ζώα είχαν
φέρει τα άγρια θηρία από τη συνοικία των φτωχών . Καταχρεωμένοι δούλοι , έγκυες ,
μωρά παραμορφωμένα από την ασιτία δίνανε παράσταση μέσα από γυάλινα κλουβιά
και τα πλουσιόπαιδα με τις νταντάδες τους τα τάιζαν γαριδάκια και χάδια .
Στη συνοικία των πλουσίων η γυναίκα με το κομμένο κεφάλι και το καπέλο έβγαλε
το τηλεκοντρόλ και σαν ένδειξη διαμαρτυρίας πάτησε το κουμπί μπροστά στην κε -
ντρική πλατεία . Από το τεράστιο ιταλικό της καπέλο κύλησε ένα πελώριο πέπλο .
Σκέπασε την πόλη των πλουσίων και ανάγκασε τους Βαρόνους να πενθήσουν τη
γειτονική χώρα της πείνας . Την πόλη των πτωχών . Η ιδέα της Ελεονόρας ήταν να
αφηγηθεί το τι πραγματικά συνέβη στη συνοικία της . Η τοπική αστυνομία τη συνέλα -
βε για προσβολή δημοσίας αιδούς . Και ενόσω την οδηγούσαν μέσα στο βαν , η φωνή
της επαναλαμβανόταν άκρως διαπεραστική . Ξανά και ξανά :
<< 80.000 άστεγοι . 5000 νεκροί από τοξικά 300      αυτοκτονίες , 300        βουλευτές
και 10.000.000 τραπεζογραμμάτια . Νηστικοί φοιτητές . Μελανιασμένα παιδιά .
Εκτρώσεις με 600 ευρώ . Το σημερινό Δελτίο Τύπου από τη συνοικία των πτωχών ,
Φεβρουάριος του 12' >>
Μέσα στο βαν η φωνή της σταμάτησε απότομα στο << νηστικοί φοιτ...>> ΄Υστερα
ακούστηκε μια λασπωμένη χαρακιά στον αέρα . ΄Ανοιξε και έκλεισε απότομα η πίσω
πόρτα απ'το βαν και κύλησε ένα κεφάλι στην άκρη του δρόμου . Πραγματικό κεφάλι
αυτή τη φορά . ΄Ηταν η Ελεονόρα δίχως σώμα . Κύλησε σαν βώλος και χάθηκε για
πάντα στις μεγάλες τρύπες των υπονόμων . Αυτή η ενοχλητική φωνή της αλήθειας
θα σώπαινε για πάντα .



Τεύχος 13 -Ετος 4
σ . - 21 -